


















Εργοδότης: Ρεκτιφιέ Σπέσιαλ
Αρχιτεκτονική μελέτη – μελέτη εσωτερικού χώρου : Χρυσούλα Φωτσιτζή, Χατζηγεωργίου Σοφία Επίβλεψη: Χρυσούλα Φωτσιτζή
Γραφιστική ταυτότητα: Studio Hervik
Τοποθεσία: Στρ. Μακρυγιάννη, Θεσσαλονίκη
Συνολικό εμβαδό: 130 m2
Χρόνος μελέτης: 2026
Χρόνος κατασκευής: 2026
Φωτογραφίες: Δημήτρης Μουγκός
Βασικό στοιχείο της επέμβασης αποτελεί η διατήρηση του υφιστάμενου μωσαϊκού δαπέδου και γενικότερα των στοιχείων της αυθεντικής όψης του κτιρίου. Η νέα διαμόρφωση αξιοποιεί υλικά που ήδη συναντώνται στον χώρο, όπως λευκό μάρμαρο, ανοξείδωτο μέταλλο, ξύλο και αρμέ υαλοστάσια, δημιουργώντας μια αισθητική συνέχεια ανάμεσα στο υφιστάμενο και το νέο.
Η υλικότητα του χώρου παραμένει σκόπιμα αδρή, ειλικρινής και ανεπιτήδευτη. Οι τοιχοποιίες διατηρούν την αυθεντική τους υφή, ενώ οι μεταλλικές κατασκευές και τα τεχνικά δίκτυα παραμένουν εμφανή. Το σύστημα κλιματισμού και απαγωγής αντιμετωπίζεται ως μέρος της αρχιτεκτονικής έκφρασης του χώρου, αφήνοντας την κατασκευή να είναι ορατή. Η λογική αυτή ενισχύεται από τις εμφανείς μεταλλικές συνδέσεις, τα ράφια και τη μεταλλική κυκλική σκάλα που οδηγεί στο πατάρι.
Η επίπλωση και τα διακοσμητικά στοιχεία αντλούν αναφορές από την αισθητική συνοικιακού εστιατορίου των ’80s. Η προσέγγιση αυτή δεν λειτουργεί ως κυριολεκτική αναπαράσταση μιας συγκεκριμένης εποχής, αλλά ως διακριτική αναφορά σε γνώριμα στοιχεία της ελληνικής καθημερινότητας: τραπέζια από λευκή φορμάικα, καρέκλες vintage που αποκαθίστανται και επαναχρησιμοποιούνται, μία φωτεινή επιγραφή.
Το μπλε και το κόκκινο εισάγονται ως διακριτές χρωματικές πινελιές, υποστηρίζοντας την εταιρική ταυτότητα σχεδιασμένη από το Studio Hervik. Τα χρώματα εμφανίζονται επιλεκτικά σε ταπετσαρίες, μικρές λεπτομέρειες, γραφικά στοιχεία και επιγραφές, χωρίς να επιβαρύνουν την ουδέτερη υλικότητα του χώρου.
Η χωρική οργάνωση βασίζεται στην επιλογή μιας ανοιχτής κουζίνας με κεντρική νησίδα, η οποία λειτουργεί ως βασικό σημείο αναφοράς και ως οπτική σύνδεση ανάμεσα στην παραγωγή και την εμπειρία του πελάτη. Η κουζίνα παραμένει εκτεθειμένη, ενισχύοντας τον άμεσο και αυθεντικό χαρακτήρα του χώρου. Η οργάνωση των βοηθητικών λειτουργιών μεταφέρεται στο πατάρι, αξιοποιώντας τον κατακόρυφο όγκο του χώρου χωρίς να διαταράσσεται η κύρια αίθουσα. Η πρόσβαση πραγματοποιείται μέσω μεταλλικής κυκλικής σκάλας, η οποία αντιμετωπίζεται ως αυτόνομο αρχιτεκτονικό στοιχείο και εντάσσεται οργανικά στη συνολική αισθητική.
Συνολικά, η πρόταση επιδιώκει να αναδείξει την αυθεντικότητα και την υλικότητα του υφιστάμενου χώρου, συνδυάζοντάς τα με μια σύγχρονη και λειτουργική οργάνωση.
