Έπαυλη Μαρόκκου

  • από

Εργοδότης: Έπαυλη Μαρόκκου
Αρχιτεκτονική μελέτη : Λάμπρος Αντάρας, Ελένη Κομπατσιάρη, Χρυσούλα Φωτσιτζή, Σοφία Χατζηγεωργίου
Στατική μελέτη: Κωνσταντίνος Φακής, Πολ. Μηχ.
Η/Μ μελέτη:Πιστοφίδης Βασίλειος, Μηχ.Μηχ.
Τοποθεσία: Βασιλίσσης Όλγας 133 – Π.Συνδίκα
Συνολικό εμβαδό: 600,00m2
Χρόνος μελέτης: 2017-2018
Χρόνος κατασκευής: 2018
Φωτογραφίες: studioyk


Το έργο αφορά στην επανάχρηση διατηρητέου κτιρίου, χαρακτηρισμένου ως έργου τέχνης, ως χώρος εστίασης.

Το κτίριο, η κατασκευή του οποίου χρονολογείται κοντά στο 1906, αποτέλεσε κατοικία για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του. Και οι τρεις του όροφοι ακολουθούν την ίδια τυπολογία, του κεντρικού ορθογώνιου χώρου γύρω από τον οποίο τοποθετούνται τα υπόλοιπα δωμάτια. Τα ψηλοτάβανα δωμάτια με τις οδοντωτές ταινίες και τις κορνίζες στα μεγάλα ανοίγματα είναι μορφολογικά στοιχεία του ισογείου και του ορόφου. Το υπόγειο διαφοροποιείται χαρακτηριστικά από τους υπόλοιπους ορόφους λόγω των τοιχοποιιών από λιθοδομή, των σχιστόπλακων στα δάπεδα και την εμφανή ξύλινη οροφή, ενώ τα δωμάτια είναι αισθητά μικρότερα και πιο χαμηλοτάβανα.

Η ανάδειξη των μορφολογικών και δομικών στοιχείων του κτιρίου αλλά και ο λειτουργικός σχεδιασμός του χώρου για τις ανάγκες της καινούρια του χρήσης ήταν οι βασικοί άξονες του σχεδιασμού.
Στο ισόγειο, οι αρχιτεκτονικές επεμβάσεις έχουν στόχο στην αναδημιουργία της ατμόσφαιρας από τα εσωτερικά των πολυτελών εξοχικών κατοικιών που βρίσκονταν στην ευρύτερη συνοικία, με σύγχρονο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο. Η κουζίνα τοποθετείται στο ισόγειο, ώστε να είναι σε στρατηγικό σημείο όσον αφορά τη λειτουργία του μαγαζιού. Με σκοπό να διατηρηθεί πλήρως η αντίληψη της τυπολογίας της κάτοψης από τον επισκέπτη, η κουζίνα παρέμεινε “ανοιχτή” με ανεμπόδιστη οπτική επαφή με το μπαρ και με χρήση γυαλιού στις θύρες. Ο εξοπλισμός που σχεδιάστηκε συμβάλει στην ανάδειξη των διακοσμητικών αλλά και δομικών στοιχείων ·τα μεγάλα, μακρόστενα τραπέζια με τα κρεμαστά φωτιστικά στον κεντρικό χώρο τονίζουν την γραμμικότητά του , η σταθερή επίπλωση σχεδιάζεται με τρόπο ώστε να πλαισιώνει τις διακοσμητικές κορνίζες.

Η κατάβαση στο επίπεδο του υπογείου γίνεται από καινούρια μεταλλική κλίμακα με γυάλινα πατήματα συμβάλλοντας στην αποτελεσματικότερη λειτουργική αλλά και οπτική σύνδεση των δύο ορόφων. Με σκοπό να αναδειχθεί η μυσταγωγική ατμόσφαιρα κελαριού που δημιουργούν η πέτρα και το ξύλο, οι αρχιτεκτονικές επεμβάσεις στον χώρο είναι λιτές. Έτσι επιλέγεται κατά κύριο λόγο η χρήση ανοιχτόχρωμου ξύλου στα έπιπλα, ο κρυφός φωτισμός και οι γεωμετρικές μεταλλικές κατασκευές. Στον κεντρικό χώρο, σε μία γραμμική φωτιστική εγκατάσταση τοποθετείται η μεγάλη ποικιλία κρασιών.

Ο αύλειος χώρος του κτιρίου αποκαθίσταται δημιουργώντας δυο αστικές αυλές, εκατέρωθεν του κτιρίου, με διαφορετικές ποιότητες καθιστικών χώρων, υλικά, χρώματα και φυτεύσεις. Η αυλή στην πρόσοψη του κτιρίου είναι πιο εξωστρεφής με ανοιχτόχρωμα μεταλλικά έπιπλα ενώ η πίσω αυλή είναι περισσότερο κλειστή και εσωστρεφής με μεγάλα ξύλινα τραπέζια και πάγκους που χωρίζονται με παρτέρια πυκνής φύτευσης και γιρλάντες φωτισμού που δημιουργούν γιορτινή ατμόσφαιρα.

Ο εξωτερικός φωτισμός του κτιρίου είναι ήπιος μέσω διακριτικών φωτιστικών σωμάτων ώστε να προβληθούν όλα τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά στοιχεία των όψεων του χωρίς να δημιουργείται φωτορύπανση.